ΕΝΗΓΜΑ

 

Θέσεις Διεθνών Οργανισμών

Κινητή τηλεφωνία, Σταθμοί βάσης και Υγεία : Η θέση των διεθνών οργανισμών 
 
  • Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, World Health Organization (WHO), The EMF Project: http://www.who.int/peh-emf

    Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, υποκινούμενος από την αυξανόμενη ανησυχία του κοινού για τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία από το διαρκώς αυξανόμενο αριθμό και είδος πηγών έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, ξεκίνησε το Μάιο του 1996 ένα διεθνές πρόγραμμα, γνωστό ως «the International EMF Project», με στόχο να εκτιμήσει τις επιδράσεις των ηλεκτρικών και μαγνητικών πεδίων στο περιβάλλον και στην υγεία. Μέσω του Διεθνούς EMF Project ελέγχει την επιστημονική βιβλιογραφία, αξιολογεί τα αποτελέσματα στην υγεία από την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία στο εύρος από 0 έως 300 GHz, παρέχει συμβουλές για τους πιθανούς κινδύνους από τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία και προτείνει κατάλληλα μέτρα προστασίας, ενώ παράλληλα, ακολουθώντας τις εκτεταμένες διεθνείς έρευνες, προάγει την έρευνα έτσι ώστε να καλυφθούν τα κενά στη γνώση. Το πρόγραμμα προβλέπεται να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2008, με την εκτίμηση κάθε πιθανού κινδύνου, ενώ ο ΠΟΥ θα συνεχίσει να ερευνά την επίδραση στην υγεία από νέες τεχνολογίες. Στο Πρόγραμμα συμμετέχουν περισσότερες από 60 εθνικές αρχές. 
    Ο ΠΟΥ συνεργάζεται με Διεθνείς Επιτροπές, όπως η ICNIRP (preliminary review ανασκόπηση για Ραδιοσυχνότητες, που αναμένεται να ολοκληρωθεί στα μέσα του 2007), η IARC (διεξαγωγή μελέτης «Interphone» σε 13 χώρες, για τη διερεύνηση πιθανής συσχέτισης καρκίνου κεφαλής και τραχήλου με κινητή τηλεφωνία), με την Ευρωπαϊκή Ένωση (τη συνδιοργάνωση Workshops και επιστημονικών συναντήσεων με το EMF-NET)
     
    Σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας
     
    Το Μαίο του 2006, ο ΠΟΥ δημοσίευσε ένα φύλλο ενημέρωσης (Fact Sheet No 304) με τα αποτελέσματα μιας ανασκόπησης των επιστημονικών δεδομένων σε θέματα επιπτώσεων στην υγεία από τη συνεχή χαμηλού-επιπέδου ανθρώπινη έκθεση από σταθμούς βάσης και από άλλα ασύρματα δίκτυα. 
    Ο ΠΟΥ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «Από όλα τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα, κανένα βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο επιβλαβές σύμπτωμα δεν φαίνεται να προκαλείται εξαιτίας των ηλεκτρομαγνητικών σημάτων που παράγονται από σταθμούς βάσης. Δεδομένου ότι τα ασύρματα δίκτυα εκπέμπουν γενικά ασθενέστερα ΗΜ σήματα από ότι οι σταθμοί βάσης, δεν αναμένονται δυσμενείς επιδράσεις στην υγεία από την έκθεση σε αυτά.» 
    Στο ίδιο φύλλο ενημέρωσης, αναφέρεται ότι «Ενώ δεν παρατηρούνται επιδράσεις στην υγεία λόγω της έκθεσης σε πεδία ραδιοσυχνοτήτων από σταθμούς βάσης ή ασύρματα δίκτυα, ο ΠΟΥ εξακολουθεί να προάγει την έρευνα για να διαπιστώσει εάν υπάρχουν επιπτώσεις στην υγεία λόγω των υψηλότερων εκθέσεων σε ραδιοσυχνότητες από τα κινητά τηλέφωνα». 
    Αναλυτικότερα, ο ΠΟΥ αναφέρει σχετικά με την πιθανή συσχέτιση επιπτώσεων στην υγεία από έκθεση σε πεδία σταθμών βάσης: 
    Καρκίνος: Αναφορές των ΜΜΕ και ανέκδοτων μελετών σε κρούσματα καρκίνου σε περιοχές κοντά σε σταθμούς βάσης κινητής τηλεφωνίας έχουν αυξήσει την ανησυχία του κοινού. Πρέπει να σημειωθεί ότι γεωγραφικά, τα περιστατικά καρκίνου δεν ισοκατανέμονται ανάμεσα στον πληθυσμό. Δεδομένης της ευρείας παρουσίας των σταθμών βάσης στο περιβάλλον, αναμένεται ότι πλήθος καρκίνων μπορεί να εμφανιστεί κοντά στους σταθμούς βάσης τυχαία. Επιπλέον, τα περιστατικά καρκίνου που έχουν αναφερθεί είναι συχνά ένα σύνολο διαφορετικών τύπων καρκίνου χωρίς κοινά χαρακτηριστικά και συνεπώς είναι απίθανο να έχουν κοινό αίτιο. 
    Επιστημονικά συμπεράσματα βασισμένα στην κατανομή του καρκίνου στον πληθυσμό μπορούν να εξαχθούν μέσω προσεκτικά σχεδιασμένων και εκτελεσμένων επιδημιολογικών μελετών. Τα τελευταία 15 χρόνια, έχουν δημοσιευτεί μελέτες που εξετάζουν την πιθανή σχέση μεταξύ των πομπών ραδιοσυχνοτήτων και περιστατικών καρκίνου Αυτές οι μελέτες δεν παρέχουν αποδείξεις ότι η έκθεση σε πεδία ΡΣ που εκπέμπονται από αυτούς τους πομπούς αυξάνει το κίνδυνο καρκίνου. Ομοίως μακροπρόθεσμες μελέτες σε ζώα δεν αποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου από την έκθεση σε πεδία ραδιοσυχνοτήτων, ακόμα και σε επίπεδα που είναι πολύ υψηλότερα από αυτά που παράγονται από σταθμούς βάσης και ασύρματα δίκτυα.
    ’λλα αποτελέσματα: Λίγες μελέτες έχουν διερευνήσει τα γενικά συμπτώματα στην υγεία ανθρώπων που εκτέθηκαν σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία από σταθμούς βάσης. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της δυσκολίας να διαχωριστούν τα πιθανά αποτελέσματα στην υγεία εξαιτίας από τα ασθενή σήματα που εκπέμπονται από σταθμούς βάσης από άλλα μεγαλύτερης έντασης ηλεκτρομαγνητικά σήματα στο περιβάλλον. Οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί στην έκθεση σε πεδία ΡΣ από κινητά τηλέφωνα. Μελέτες σε ανθρώπους και ζώα που ερευνούν τους εγκεφαλικούς κυματικούς τύπους, τη γνωσιακή κατάσταση και τη συμπεριφορά μετά την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, όπως εκείνα που δημιουργούνται από κινητά τηλέφωνα, δεν έχουν αποδείξει δυσμενείς επιδράσεις. Τα επίπεδα της ηλεκτρομαγνητικής έκθεσης που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτές τις μελέτες ήταν περίπου 1000 φορές υψηλότερα από αυτά που συσχετίζονται με τη γενική έκθεση του κοινού από σταθμούς βάσης ή ασύρματα δίκτυα. Επιπλέον δεν έχουν αναφερθεί συνεπή στοιχεία για διαφοροποίηση της κατάστασης του ύπνου ή της καρδιοαγγειακής λειτουργίας.
    Μεμονωμένα περιστατικά έχουν αναφερθεί σε υποκειμενικά συμπτώματα από την έκθεση σε πεδία ραδιοσυχνοτήτων από σταθμούς βάσης ή άλλες συσκευές που εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Σε πρόσφατο φύλλο ενημέρωσης του ΠΟΥ "Electromagnetic Hypersensitivity", αναγνωρίζεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι τα ΗΜ πεδία προκαλούν τέτοια συμπτώματα. Εν τούτοις, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί η δύσκολη θέση των ανθρώπων που πάσχουν από αυτά τα συμπτώματα. 
    Η Διεθνής Επιτροπή για την Έρευνα στον Καρκίνο (IARC), μια ειδική υπηρεσία του ΠΟΥ, αναμένεται να διεξάγει μια επισκόπηση της πιθανότητας καρκίνου από ηλεκτρομαγνητικά πεδία το 2006-2007 και το Διεθνές EMF Project θα εκπονήσει μία συνολική αξιολόγηση για τον κίνδυνο στην υγεία από την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία το 2007-2008.
  • Διεθνής Επιτροπή για την Προστασία από Μη Ιοντίζουσες Ακτινοβολίες (The International Commission on Non-Ionizing Radiation Protection), ICNIRP: http://www.icnirp.de/

     
    Η Διεθνής Επιτροπή για την Προστασία από Μη Ιοντίζουσες Ακτινοβολίες (ICNIRP) είναι ένα σώμα ανεξάρτητων ειδικών επιστημόνων (experts), αποτελούμενο από 14 μέλη, 4 επιστημονικές Επιτροπές (Scientific Standing Committees) που καλύπτουν την Επιδημιολογία, Βιολογία, Δοσιμετρία και Οπτική, καθώς κι ένα σύνολο ειδικών συμβούλων. Στόχος της Διεθνούς Επιτροπής είναι να επιληφθεί τα σημαντικά θέματα των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία λόγω της έκθεσης σε Μη-Ιονίζουσα ακτινοβολία. Η Επιτροπή ICNIRP είναι μη κερδοσκοπική και ανεξάρτητη από τη βιομηχανία, τόσο ως προς τη σύνθεση όσο και ως προς τη χρηματοδότηση. Είναι επίσημα αναγνωρισμένη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) και το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ILO) ως το διεθνώς ανεξάρτητο συμβουλευτικό σώμα για την Προστασία από Μη Ιονίζουσες Ακτινοβολίες. Συνεργάζεται στενά με άλλους οργανισμούς σχετικούς με την προστασία της υγείας, εθνικούς και διεθνείς, όπως ο WHO, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO), η Διεθνής Επιτροπή για την Επαγγελματική Υγεία (ICOH), η Διεθνής Ένωση Ακτινοπροστασίας IRPA κ.ά. 
    Το Νοέμβριο του 2004, η Διεθνής Επιτροπή δημοσίευσε μία ανασκόπηση επιδημιολογικών μελετών για τις επιπτώσεις στην υγεία λόγω έκθεσης σε πεδία ΡΣ (συχνότητες 100Hz-300GHZ). Συμπερασματικά, καταλήγει στο ότι «τα αποτελέσματα των επιδημιολογικών μελετών προς το παρόν δε στοιχειοθετούν ομόφωνα και πειστικά μια αιτιατή σχέση ανάμεσα στην έκθεση σε ΡΣ και κάποια δυσμενή επίδραση στην υγεία. Ωστόσο, οι μελέτες έχουν αρκετές ελλείψεις ώστε να αποκλειστεί κάποια συσχέτιση.» 
    Έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες που αναφέρουν συσχέτιση της χρήσης κινητών τηλεφώνων με κάποια συγκεκριμένη επίπτωση στην υγεία (όπως για παράδειγμα ανάπτυξη όγκων εγκεφάλου, ακουστικού νευρινώματος ή εμφάνιση δυσάρεστων συμπτωμάτων), αλλά παράλληλα υπάρχουν αντίστοιχες μελέτες που καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα. Βασικό ερωτηματικό για όλες τις μελέτες, είναι η ορθότητα με την οποία έχει εκτιμηθεί η έκθεση των χρηστών κινητού τηλεφώνου.
    Αναφορικά με τα πεδία που προέρχονται από τους σταθμούς βάσης κινητής τηλεφωνίας, είναι πολύ μικρή η πιθανότητα να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία, καθώς είναι αρκετά ασθενή. Είναι ωστόσο αρκετά δύσκολο να σχεδιαστεί και να διεξαχθεί μία έγκυρη επιδημιολογική μελέτη για το θέμα αυτό. 
    Έναν επιπλέον προβληματισμό αναφορικά με τις μελέτες κινητών τηλεφώνων, προσθέτει το γεγονός ότι οι (lag period) χρονικές περίοδοι που έχουν εξεταστεί προς το παρόν είναι κατ' ανάγκη αρκετά μικρές. Αυτό έχει ως επίπτωση να μην μπορεί να εντοπιστεί κάποια πιθανή επίπτωση στην υγεία, εάν αυτή απαιτεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ώστε να εκδηλωθεί. 
    Δεδομένης της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών κινητής τηλεφωνίας, είναι σημαντικό να παρακολουθούνται πιθανές επιπτώσεις στην υγεία από την αρχή και για μεγάλες περιόδους, καθότι αυτά μπορούν να ανακαλυφθούν μόνο μετά από μεγάλη διάρκεια, καθότι τα χρόνια νοσήματα έχουν μεγάλους χρόνους επώασης. Χρειάζεται λοιπόν περαιτέρω έρευνα για να εκτιμηθεί η μακροπρόθεσμη έκθεση, καθώς και ασθένειες διαφορετικές από αυτές που συμπεριλαμβάνονται στις τρέχουσες μελέτες ασθενών-μαρτύρων. 
    Η διεθνής Επιτροπή εκτιμά επιπλέον ότι υπάρχει κενό στην έρευνα όσο αφορά στα παιδιά. Ωστόσο τα παιδιά κάνουν μεγάλη (και διαρκώς αυξανόμενη) χρήση κινητών τηλεφώνων, ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευπαθή σε δυσμενείς επιδράσεις (αν και δεν υπάρχει κάποια ένδειξη γι αυτό), και έχουν την προοπτική να συναθροίσουν πολλά χρόνια έκθεσης κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

     
© 2017 Ελληνική Εταιρία Κοινωνικής Παιδιατρικής και Προαγωγής της Υγείας All rights reserved
Το website δημιουργήθηκε με την υποστήριξη της Diageo
created by overron  |   incom cms  |   web promotion